Κύστες ωοθήκης
Οι κύστες των ωοθηκών αποτελούν δομές που αναπτύσσονται στο εσωτερικό των ωοθηκών και ομοιάζουν με “σάκους” οι οποίοι περιέχουν υγρό ή άλλα συμπαγή στοιχεία. Το μέγεθός τους ποικίλλει από περίπου 3 έως αρκετά εκατοστά. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι κύστες είναι καλοήθεις και εξαφανίζονται αυτόματα χωρίς να δίνουν ιδιαίτερα συμπτώματα. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσουν πόνο και διάφορες άλλες επιπλοκές.
Υπάρχουν αρκετοί τύποι κύστεων των ωοθηκών, οι πιο συχνοί από τους οποίους είναι οι παρακάτω:
- Λειτουργικές κύστες: Αποτελούν το συχνότερο τύπο. Αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια του καταμήνιου κύκλου και είτε προέρχονται από τα ωοθυλάκια είτε πρόκειται για ωχρά σωμάτια, τις δομές δηλαδή στις οποίες φυσιολογικά μετατρέπονται τα ωοθυλάκια μετά την ωορρηξία.
- Δερμοειδείς κύστες (ή τερατώματα): Οι κύστες αυτές μπορεί να περιέχουν διάφορους ιστούς όπως τρίχες, δέρμα ή δόντια. Στην πλειοψηφία τους είναι καλοήθεις.
- Κυσταδενώματα: Αναπτύσσονται από τον ωοθηκικό ιστό και μπορεί να περιέχουν βλεννώδες περιεχόμενο.
- Ενδομητριώματα: Αποτελεί τη συχνότερη εκδήλωση της ενδομητρίωσης, μίας κατάστασης κατά την οποία το ενδομήτριο που βρίσκεται εντός της κοιλότητας της μήτρας, αναπτύσσεται μη φυσιολογικά και σε άλλες ανατομικές δομές.
Τις περισσότερες φορές οι ωοθηκικές κύστες είναι ασυμπτωματικές και ανευρίσκονται τυχαία κατά τον υπερηχογραφικό έλεγχο. Ωστόσο, σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να εκδηλωθούν διάφορα συμπτώματα τα οποία εξαρτώνται κυρίως από τον τύπο και το μέγεθος των κύστεων. Τα συχνότερα από αυτά είναι:
- Πόνος στην κάτω κοιλιά.
- Αίσθημα μετεωρισμού (φουσκώματος) ή πίεσης στην κοιλιά.
- Διαταραχές περιόδου.
- Δυσπαρεύνια (πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή).
Σπανιότερα, οι κύστες μπορεί να εμφανίσουν διάφορες επιπλοκές όπως ρήξη ή συστροφή, γεγονός που ενδεχομένως να απαιτήσει επείγουσα χειρουργική αντιμετώπιση. Η εμφάνιση ωοθηκικών κύστεων μετά την εμμηνόπαυση χρήζει ειδικής διερεύνησης.
Η διάγνωση των κύστεων γίνεται σχετικά εύκολα κατά τη διάρκεια του διακολπικού υπερηχογραφήματος, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η Μαγνητική Τομογραφία μπορεί να δώσει χρήσιμες πληροφορίες σε σχέση με τον τύπο της κύστης και τη σχέση της με τα γειτονικά όργανα της πυέλου. Επιπλέον, συγκεκριμένοι αιματολογικοί δείκτες μπορεί να βοηθήσουν στη διαφορική διάγνωση, αν και οι περισσότεροι δεν είναι ειδικοί και μπορεί να αυξάνονται σε παθήσεις και άλλων οργάνων πλην των ωοθηκών.
Η θεραπεία τις περισσότερες φορές είναι συντηρητική αφού η απλή παρακολούθηση ή σε ορισμένες περιπτώσεις η χορήγηση αντισυλληπτικών δισκίων αρκεί για την αντιμετώπιση των κύστεων. Ωστόσο, αναλόγως του τύπου, του μεγέθους, της σοβαρότητας της συμπτωματολογίας, της ηλικίας της γυναίκας ή επί υπερηχογραφικών ευρημάτων ύποπτων για κακοήθεια μπορεί να συζητηθεί η χειρουργική αντιμετώπιση. Η τελευταία συνίσταται σε αφαίρεση της κύστης, ενώ σε πιο πολύπλοκες περιπτώσεις μπορεί να γίνει αφαίρεση ολόκληρης της ωοθήκης.
Διαβάστε ακόμα..
Διαβάστε επιπλέον
- Κύηση υψηλού κινδύνου

- Μη επεμβατικός προγεννητικός έλεγχος (NIPT)

- Εκκενωτική παρακέντηση υδραμνίου

- Επεμβατικός έλεγχος (Αμνιοπαρακέντηση/CVS)

- Μέτρηση μήκους τραχήλου

- 3D – 4D υπερηχογραφία

- Υπερηχογράφημα ανάπτυξης 3ου τριμήνου (doppler)

- Ανατομικό υπερηχογράφημα β’ επιπέδου

- Υπερηχογραφικός έλεγχος 1ου τριμήνου – Αυχενική διαφάνεια

- Υπερηχογράφημα αρχόμενης κύησης

- Προεμφυτευτικός Γενετικός Έλεγχος

- Δωρεά ωαρίων-εμβρύων

- Κρυοσυντήρηση ωαρίων, εμβρύων, σπέρματος

- Χειρουργική λήψη σπέρματος

- Αναζωογόνηση ενδομητρίου και ωοθηκών (PRP)

- Ήπια εκδορά ενδομητρίου

- Εμβρυομεταφορά

- Τεχνικές γονιμοποίησης (IVF/ICSI)

- Συλλογή ωαρίων

- Πρωτόκολλα διέγερσης ωοθηκών

- Ενδομήτρια Σπερματέγχυση

- Πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας

- Κατακερματισμός DNA σπέρματος

- Σπερμοδιάγραμμα

- Αίτια ανδρικής υπογονιμότητας

- Γενετικός έλεγχος ζευγαριού

- Ανοσολογία και Αναπαραγωγή

- Υποδεκτικότητα ενδομητρίου

- Μικροβίωμα ενδομητρίου

- Ουρογεννητικές λοιμώξεις
